Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Ζωή πάνω από τις δυνατότητες;

Μπροστά στα νέα δεσμά που επιχειρούν να επιβάλουν στους λαούς της ΕΕ και στο δικό μας, με το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας, στη χώρα μας ξανασερβίρουν τον ισχυρισμό ότι ο λαός μας «ζει πάνω από τις δυνατότητές του», ότι ζει με δανεικά... Ισχύει κάτι τέτοιο;
Είναι και αυτός άλλος ένας μύθος της κυρίαρχης τάξης για να ενοχοποιήσει τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα και, μέσω αυτής της ενοχοποίησης, να κάμψει το φρόνημά τους, να τους υποτάξει στην αντιλαϊκή πολιτική. Ο ισχυρισμός αυτός, πέρα για πέρα κάλπικος και κατασκευασμένος, θέλει να κρύψει το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας επιβίωνε και επιβιώνει χωρίς να καλύπτει βασικές ανάγκες του. Οι εργαζόμενοι, οι φτωχοί αγρότες, οι μικροί αυτοαπασχολούμενοι και επαγγελματίες έπαιρναν και παίρνουν ένα μόλις μικρό μέρος από τον πλούτο που παράγουν, σε αντίθεση με μια μικρή μειοψηφία που σφετερίζεται όλον αυτόν τον κοινωνικό πλούτο που παράγεται. Τη μειοψηφία αυτή και την εξουσία της επιδιώκουν να στηρίξουν όσοι πλασάρουν αυτούς τους μύθους. Τα δανεικά που έπαιρνε το κράτος τα έδινε στους μεγαλοεπιχειρηματίες για επενδύσεις, αυτοί ζουν με δανεικά, που σε συνδυασμό με τις φοροαπαλλαγές τους δημιούργησαν το κρατικό χρέος.
Αραγε, ζουν πάνω από τις ανάγκες τους και επιβαρύνουν το κράτος και την κοινωνία οι 800.000 άνεργοι, οι εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι των 500 και 600 ευρώ, οι χιλιάδες ανασφάλιστοι εργάτες Ελληνες και μετανάστες, οι εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες που ενώ παράγουν και τρέφουν την κοινωνία, το ψωμί στο τραπέζι τους πάντα είναι λιγοστό; Αραγε το 20% και πλέον του πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας - όπως το καθορίζουν οι αστοί και όχι αυτό που είναι πραγματικά - σε ποια τάξη ανήκει; Μήπως στην τάξη των βιομηχάνων, των τραπεζιτών, των μεγαλοεπιχειρηματιών; Μόλις προχτές στον ξένο Τύπο γράφτηκε ότι 600 δισεκατομμύρια ευρώ που ανήκουν σε Ελληνες βρίσκονται σε τράπεζες της Ελβετίας. Ποιοι άραγε έβγαλαν στις ξένες τράπεζες αυτά τα τεράστια κεφάλαια; Σε ποιους ανήκουν; Και από πού προήλθαν; Πως γίνεται ο λαός να «ζει πάνω από τις δυνατότητές του» και κάποιοι να ενθυλακώνουν δισεκατομμύρια ευρώ και μάλιστα να τα εξάγουν;
Ρητορικά τα ερωτήματα γιατί όλοι γνωρίζουν τις απαντήσεις. Στον τόπο τούτο παράγεται πλούτος, όμως αυτός ο πλούτος δεν πάει στους εργαζόμενους και σε όσους τον παράγουν, αλλά στους λίγους και «εκλεκτούς». Αυτών τα χρηματοκιβώτια και οι λογαριασμοί φουσκώνουν από τα υπερκέρδη της εκμετάλλευσης. Αυτούς εξυπηρετεί ο μύθος περί «χαραμοφάηδων» και «σπάταλων» εργαζόμενων. Τα ίδια τα επίσημα στοιχεία επιβεβαιώνουν σε ποιον κατευθύνεται αυτός ο πλούτος. Με βάση το έτος 2000, μέχρι το 2008 το ΑΕΠ της χώρας διπλασιάστηκε. Σε ονομαστικές τιμές αυξήθηκε κατά 100% από τα 120 δισ. ευρώ στα 239 δισ. ευρώ. Την ίδια περίοδο, οι κατώτεροι μισθοί σε ονομαστικές τιμές αυξήθηκαν μόλις κατά 42,5%. Δηλαδή οι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν πήραν αναλογικά από την αύξηση του ΑΕΠ, αλλά επί της ουσίας το ήδη μικρό μερίδιό τους μειώθηκε ακόμα περισσότερο σε σχέση με τον πλούτο που παρήχθη. Η συγκεκριμένη δεκαετία ήταν η δεκαετία με τη μεγαλύτερη κερδοφορία για τις επιχειρήσεις στη σύγχρονη ιστορία μας.
Ισως γι' αυτό οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ - ΝΔ, επειδή εκτίμησαν ότι υπάρχουν οι δυνατότητες για ακόμη μεγαλύτερη κερδοφορία, φρόντισαν να μειώσουν τη φορολογία των επίσημων καθαρών κερδών από το 45% στο 15%! Ισως γιατί εκτίμησαν ότι επειδή «ζούμε κάτω από τις δυνατότητες κερδοφορίας» που αντέχει η χώρα, φρόντισαν να προικοδοτήσουν τις τράπεζες στη διετία 2009-2010 με 75 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ίδιο έκαναν και για τους μεγάλους κατασκευαστές. Δε δίστασαν ακόμα και με εγγυήσεις και δάνεια του Δημοσίου να προικοδοτήσουν τους μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους με δεκάδες δισεκατομμύρια για να «φτιάξουν» με χρήματα του ελληνικού λαού δρόμους, γέφυρες, αεροδρόμια, τα οποία παρέδωσαν στους ίδιους προς εκμετάλλευση. Δεν τους ενοχλεί ο δανεισμός, η υπέρβαση των δυνατοτήτων και των «αντοχών της οικονομίας» όταν πρόκειται να δοθούν προίκα στα μονοπώλια. Το αντίθετο βγάζουν σπυράκια όταν ακούσουν για αύξηση μισθών και συντάξεων, για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Γιατί θέλουν τους εργαζόμενους αιώνια καταδικασμένους στη μιζέρια και στη φτώχεια, γιατί έτσι κερδοφορεί το κεφάλαιο. Και μπροστά σε αυτό τον πολιτικό στόχο επιστρατεύουν κάθε ψέμα και προστυχιά.